Πειραιάς-Καλάβρυτα

Πρέπει να οδηγούσαμε μια ώρα μέσα στα βουνά. Μπορεί και
περισσότερο. Στην αρχή χαθήκαμε, μετά το ξαναβρήκαμε, ύστερα
χαθήκαμε πάλι αλλά στο τέλος φτάσαμε στη Ζαχλωρού και κάναμε
μια στάση εκεί, παρκάροντας τα αυτοκίνητα σε μια απόκρημνη
ανηφόρα. Ειδυλλιακό το τοπίο αν μη τι άλλο! Με τον Βουραϊκό
ποταμό να τέμνει τον μικρό λιθόστρωτο οικισμό από τη στάση του
Οδοντωτού, δημιουργώντας εικόνες βγαλμένες από ταινία. Και
μιας και το ανέφερα, μια μεγάλη ξύλινη ταμπέλα σε ενημερώνει
καθώς περπατάς προς το φαράγγι, πως στο χωρίο αυτό είχε
γυριστεί η ταινία «Αστέρω» με πρωταγωνίστρια την Αλίκη
Βουγιουκλάκη το 1959. Με μια αναζήτηση στο διαδίκτυο βέβαια,
μαθαίνεις πως πέραν από αυτήν την ταινία, έχουν γυριστεί και
σκηνές από άλλες, όπως «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» και η
«Γκόλφω». Μιλάμε δηλαδή για ένα άκρως βουκολικό τοπίο, που σε
ταξιδεύει νοερά σε μία άλλη εποχή. Όλα καλά και όλα ωραία αλλά
εγώ μετά το μισάωρο που περιηγήθηκα στο χωρίο ήθελα να πιω
έναν καφέ! Όλοι μας δηλαδή, απλά εγώ λίγο περισσότερο γιατί
είχα κάνει ένα στομάχι αχταρμά από τις συνεχόμενες στροφές
καθώς δεν έχω συνηθίσει να είμαι συνοδηγός.
Ρωτήσαμε μια χριστιανή που κρατούσε ένα καφέ από που τον
αγόρασε και μας υπέδειξε ένα ξενοδοχείο που στο lobby του
πουλούσε καφέ και μπορούσες και να κάτσεις κιόλας. Μια χαρά
σκέφτηκα από μέσα μου! Φτάνουμε εκεί( αφού ανεβήκαμε ανηφόρες
και σκαλοπάτια), μπαίνουμε μέσα και βλέπουμε μονάχα δύο
ζευγαράκια που τρώγανε πρωινό. Λογικά έμεναν στο ξενοδοχείο.
Πάμε στην μπάρα να ζητήσουμε καφέ αλλά δεν υπήρχε κανείς. Έξι
νοματαίοι να ρωτάμε αν βρισκόταν κάποιος να μας εξυπηρετήσει
και δεν απαντούσε κανένας! Τα ζευγαράκια από τα τραπέζια
γύρισαν και μας κοίταξαν για μια στιγμή αλλά συνέχισαν να
τρώνε το πρωινό τους αδιαφορώντας για μας. Με έπιασαν τα νεύρα
μου και σκέφτηκα να μπω πίσω από την μπάρα και να μας φτιάξω
καφέ από μόνος μου. Δεν το έκανα αλλά παρότρυνα με μια φωνή
όλη την παρέα να σηκωθούμε να φύγουμε και να πάμε στα
Καλάβρυτα να πιούμε καφέ. Και αυτό κάναμε.
Αφού ανεβήκαμε την απόκρημνη ανηφόρα με τα πόδια,
επιβιβαστήκαμε στα αυτοκίνητα και ξεκινήσαμε για Καλάβρυτα.
Ευτυχώς ήταν κοντά και δεν έγινε χειρότερα το στομάχι μου.
Πήγαμε πρώτα προς το λόφο για να αποτίνουμε φόρο τιμής στο
μνημείο των πεσόντων του 1943. Μόλις είχε βγει και η ομώνυμη
ταινία άλλωστε και επικρατούσε ντόρος στα media. Είχαμε να
πάμε στο μνημείο πολλά χρόνια, από τότε που ήμασταν μαθητές
λυκείου. Μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς καλύτερα κάποια πράγματα
και μπορείς να τους δώσεις την πρέπουσα σημασία. Ανεβήκαμε

μέχρι τέρμα απάνω τον λόφο με τα πόδια και απολαύσαμε τη θέα
του χωριού από ψηλά για λίγα λεπτά. Ήταν πολύ όμορφα!
Επικρατούσε μια αρμονία στο τοπίο που σε άφηνε άφωνο είτε από
σεβασμό προς τους πεσόντες είτε από την ομοιομορφία όλου του
οικισμού που απλωνόταν μπροστά σου.
Κατεβήκαμε τον λόφο και μπήκαμε στα αυτοκίνητα για να πάμε
στο κέντρο των Καλαβρύτων για να πιούμε επιτέλους έναν
ρημαδοκαφέ. Παρκάραμε τα αυτοκίνητα δίπλα στην πλατεία και
πορευτήκαμε προς τις καφετέριες που βρίσκονταν εκεί. Είχε
κόσμο η αλήθεια είναι! Καμία σχέση με τη Ζαχλωρού. Ήταν
Κυριακή και πολλοί Αθηναίοι είχαν έρθει αυθημερόν για να
αλλάξουν τον αέρα τους. Δεν κάτσαμε κάπου. Επιλέξαμε να
πάρουμε από ένα καφέ στο χέρι και να περπατήσουμε τον κεντρικό
πλακόστρωτο δρόμο του χωριού. Καλύτερα έτσι! Πληθώρα μαγαζιών
με κεραμοσκεπές απλώνονταν δεξιά και αριστερά μας πουλώντας
κάθε λογής παραδοσιακά προϊόντα. Οι μυρωδιές έδιναν και
έπαιρναν και μας έβαζαν σε πειρασμό. Τελικά δεν αντέξαμε και
αγοράσαμε δυο μπουκάλια κόκκινο κρασί και τρία λουκάνικα για
να τα ψήσουμε στο τζάκι.
Συνεχίσαμε να περπατάμε χωρίς να μιλάμε απολαμβάνοντας ο
καθένας μας τη βόλτα του. Κάπου στο τέλος του δρόμου, κάτω από
έναν πλάτανο με κατακίτρινα φύλλα, μου τράβηξε την προσοχή ένα
πράσινο σπιτάκι στηριγμένο σ’ έναν πάσσαλο. Από μακριά
μπορούσες εύκολα να το περάσεις για εικονοστάσι αλλά το χρώμα
του σε απέτρεπε γρήγορα από αυτή την σκέψη. Πλησίασα πιο κοντά
να εξακριβώσω τι ήταν. Ήταν μια μικρή αυτόνομη δανειστική
βιβλιοθήκη! Κάναμε ένα κύκλο γύρω από το σπιτάκι και το
θαυμάσαμε.
«Τι όμορφη ιδέα!» αναφωνήσαμε όλοι, σχεδόν ταυτόχρονα.
«Όχι σαν την γειτονιά μας, που η δανειστική βιβλιοθήκη έχει
κλείσει εδώ και χρόνια και το κτήριο είναι παρατημένο στο
έλεος του Θεού…» είπε ένας από την παρέα, πολύ εύστοχα.
« Πες το ψέματα!» συμφώνησα εγώ, κουνώντας το κεφάλι μου
καταφατικά και φέρνοντας ταυτόχρονα την εικόνα του κτηρίου στο
μυαλό μου.
Οι υπόλοιποι ξεκίνησαν για να συνεχίσουν τη βόλτα τους. Εγώ
κάθισα και άνοιξα το πορτάκι και επεξεργάστηκα τα βιβλία που
είχε μέσα. Ήταν αρκετά! Μου τράβηξε την προσοχή το «Πορτρέτο
του Dorian Grey» του Oscar Wilde. Σκέφτηκα αμέσως να το πάρω,
μιας και δεν το έχω διαβάσει. Ήξερα πως αν το έπαιρνα δεν θα
το επέστρεφα. Διέκρινα τότε πάνω στο τζαμάκι της πόρτας ότι
κάτι έγραφε με λευκά γράμματα:
«Δανείσου ή και πρόσφερε ένα βιβλίο».

Αισθάνθηκα μια ενδόμυχη ντροπή για τη σκέψη που έκανα.
Συνειδητοποίησα πως θα στερούσα με αυτή μου την κίνηση, ένα
βιβλίο από έναν ενδεχόμενο αναγνώστη που μπορεί να μην είχε
χρήματα να αγοράσει. Ξεφτίλα! Έβαλα το βιβλίο μέσα πάλι και
έκλεισα το πορτάκι της πράσινης βιβλιοθήκης γρήγορα. Κάθισα
και την κοιτούσα ξανά νιώθοντας ευγνώμων που έστω και τη
τελευταία στιγμή δεν απογοήτευσα τον εαυτό μου με μια κίνηση
που θα μετάνιωνα μετά. Πήρα αγκαλιά την κοπέλα μου και
ξεκινήσαμε να φύγουμε για να προλάβουμε την υπόλοιπη παρέα.
Περπατήσαμε μερικά βήματα και κοντοστάθηκα.
«Τι έγινε;» με ρώτησε με απορία.
«Περίμενε! Κάτι θυμήθηκα…» της απάντησα.
Γύρισα μπροστά από το σπιτάκι, έβγαλα το σακίδιο που είχα στην
πλάτη και το άνοιξα. Είχα ξεχάσει πως είχα μέσα ένα αντίτυπο
του βιβλίου μου! Το έβγαλα, άνοιξα το πορτάκι, το τοποθέτησα
μέσα και το έκλεισα ξανά.
«Τώρα μπορούμε να φύγουμε…» γύρισα και είπα.

Δαμιανός Λαουνάρος
11-12-2021

share this:

Facebook
Twitter
Scroll to Top