Ξύπνησα με πονοκέφαλο. Πιθανώς να ήταν από τα δόντια μου. Όλο μου το στόμα μου προκαλούσε μια μόνιμη δυσφορία. Μια εβδομάδα τώρα την πέρασα στην καρέκλα του οδοντιάτρου. Κληρονομική και ψυχοσωματική περιοδοντίτιδα η διάγνωση. Δύο άτομα να μου σκαλίζουν τα ούλα, τόσο βαθιά μέχρι τα οστά στη γνάθο, με ένα σωρό μαραφέτια, τροχούς, λέιζερ, τσιμπίδες και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς και εγώ να κοιτάω την λάμπα στο ταβάνι με απάθεια. Γάμησε τα! Μην σου τύχει.
Έβαλα το λουρί στον σκύλο και φύγαμε βιαστικά για βόλτα δίχως να πιω καφέ. Είχα αργήσει. Είχε πάει 10 η ώρα. Περπατούσα στα στενά των Καμινίων κάτω από τον άχαρο ήλιο. Είχε καλό καιρό και δεν μου άρεσε. «Ούτε έναν καιρό της προκοπής δεν μπορεί να κάνει για τα Χριστούγεννα…» σκέφτηκα. Περπάτησα μέχρι την Αγίου Ελευθερίου παραπατώντας από τη νύστα. Η γειτονία είχε ξυπνήσει για τα καλά και επικρατούσε αφόρητη οχλαγωγία. Έστριψα αμέσως στο πρώτο στενό που βρήκα γιατί μου προκαλούσε σύγχυση και ένιωθα το κεφάλι μου έτοιμο να σπάσει. Το προηγούμενο βράδι ήπια επτά ή οκτώ ή μπορεί και δέκα κούπες κόκκινο κρασί. «Μπορεί να μην φταίνε και τόσο τα δόντια μου για τον πονοκέφαλο» συλλογίστηκα. Ο σκύλος μου έκανε μια στάση πίσω από ένα αμάξι για να κάνει την ανάγκη του. Έβγαλε δύο πανέμορφες ολοστρόγγυλες κουραδίτσες. Έργο τέχνης! Τα μάζεψα με ένα σακουλάκι ενώ με κοιτούσε υπομονετικά κουνώντας την ουρά του. Κράτησα το σακουλάκι μέσα στη τσέπη μου και περπάτησα προς το σπίτι, προσπαθώντας παράλληλα να βρω ένα κάδο για να το πετάξω. Βρήκα έναν τελικά έξω από μια διπλοκατοικία, τον άνοιξα και το πέταξα μέσα. Τη στιγμή που έκλεινα τον κάδο άνοιξε η πόρτα και μια γριά βγήκε και με κοίταξε για κάμποσα δευτερόλεπτα να περνάω από μπροστά της.
« Χρόνια πολλά και καλά Χριστούγεννα!» μου είπε.
Δεν της απάντησα τίποτα και συνέχισα να περπατάω προς το σπίτι με τον σκύλο μου. Έφτασα και ανέβηκα πάνω φτιάχνοντας μου αμέσως ένα ζεστό καφέ. «Μαλακία έκανα» είπα από μέσα μου. «Έπρεπε να της απαντήσω ένα “χρόνια πολλά”. Τι ψυχή έχει ένα “χρόνια πολλά”;» Μάλλον κάπου μέσα μου πίστευα ότι θα μου έβαζε τις φωνές που πέταξα τα σκατά στον κάδο της. Είχε συμβεί και στο παρελθόν άλλωστε. Μερικοί όμως είναι αρκετά σοφοί ώστε να μην τους πειράζουν τα σκατά. Μερικοί έχουμε μάθει στα σκατά! Και τα σκατά του σκύλου μου μας φαίνονται έργο τέχνης. Χαμογέλασα φειδωλά και άναψα ένα τσιγάρο.
Έπινα τον καφέ μου αργά και κάπνιζα καθισμένος στη καρέκλα του γραφείου. Άνοιξα το βιβλίο που είχα τοποθετημένο δίπλα μου και διάβασα δύο ιστορίες από το «η πιο όμορφη γυναίκα στην πόλη» του Bukowski. Ένιωσα τον πονοκέφαλο να υποχωρεί. Η Δήμητρα ήταν παραδίπλα στον καναπέ και τύλιγε δώρα που είχε αγοράσει για όλους τους συγγενείς και φίλους. Σταμάτησα για λίγο το διάβασμα και την παρατηρούσα. Τα τύλιγε όλα προσεκτικά και φαινόταν να το απολαμβάνει. Ύστερα τα τοποθέτησε όλα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα φωτογράφησε, έχοντας παράλληλα ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της. Δεν ήξερα ποιος από τους δυο μας ήταν περισσότερο για λύπηση. Εκείνη που απολάμβανε το πνεύμα των Χριστουγέννων ή εγώ που αδυνατώ πλέον να το βιώσω;
Το τηλέφωνο χτύπησε και διέκοψε τις σκέψεις μου. Ήταν ο αδερφός μου. Το σήκωσα.
« Ναι;»
« Έλα ρε τι κάνεις; Χρόνια πολλά και καλά Χριστούγεννα.»
« Επίσης. Εσύ τι κάνεις; Πως πάνε τα πράγματα εκεί;»
« Σκατά! Ήταν να βγούμε σήμερα από το νοσοκομείο αλλά ο μικρός ανέβασε πυρετό! Θα κάτσουμε μέσα και θα του κάνουν πάλι μαγνητική.»
« Εντάξει μην στεναχωριέσαι. Δέκα ώρες χειρουργείο στο κεφάλι έκανε. Λογικό είναι να ανεβάσει λίγο πυρετό.»
« Ναι αλλά παραπονιέται πως πονάει και δεν αντέχω να τον ακούω…»
«Καταλαβαίνω. Κάνε υπομονή. Θα περάσει και αυτό…»
« Σε κλείνω. Έρχεται ο γιατρός. Καλά Χριστούγεννα και πάλι.»
« Επίσης.»
Έκλεισα το τηλέφωνο νιώθοντας τον πονοκέφαλο να επιστρέφει πάλι. Πήρα δύο παυσίπονα, έφτιαξα κι άλλο καφέ και άναψα τσιγάρο. Είχα το βλέμμα στο κενό και συλλογιζόμουν όλα αυτά τα παιδιά που βρίσκονται στα νοσοκομεία και παλεύουν με καρκίνους, λευχαιμίες, αυτοάνοσα νοσήματα, εγκεφαλικές αιμορραγίες…
« Θεέ μου! Χριστούγεννα σου λέει ο άλλος… Γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά χρονιάρες μέρες;» σκέφτηκα σαν αφελής, μα πριν προλάβω να συνεχίσω να απορώ συνέχισα το παραλήρημά:
«Μα τι ρωτάω ο κόπανος; Αυτά συνέβαιναν πάντα! Έτσι είναι η ζωή… Έχουμε μεγαλώσει με ιστορίες για πρίγκιπες και βασιλόπουλα που σώνουν πάντα την παρτίδα, με Άγιους Βασίληδες που φέρνουν δώρα και τον Μίκυ Μάους και την παρέα του για Θεούς. Όλη αυτή η νοοτροπία πότισε μέσα μας και μας δημιούργησε την αυταπάτη πως όλα θα είναι ρόδινα. Μας δημιούργησαν προσδοκίες για μια ζωή που δεν υπάρχει παρά μόνο στα παραμύθια και τώρα μας ξενίζει που βλέπουμε τα σκατά του κόσμου και της κοινωνίας. Τι πάει να πει είναι Χριστούγεννα; Είναι Σάββατο και όλα είναι όπως πριν. Οι άστεγοι κρυώνουν και πεινούν, τα παιδιά πεθαίνουν από ασιτεία στην Αφρική, ο γείτονας βαράει την γυναίκα του, παππούδες βιάζουν τα εγγόνια τους, η αστυνομία σαπίζει στο ξύλο τους πολίτες, οι πουτάνες κάνουν πιάτσα στην Ομόνοια για ένα δεκάρικο, οι πλούσιοι πίνουν το αίμα των φτωχών, οι φτωχοί κλέβουν για να ζήσουν, οι πολιτικοί κλέβουν γιατί μπορούν και όλοι όσοι τα γνωρίζουμε αυτά, βαράμε μαλακία και νομίζουμε ότι κάνουμε και κάτι σπουδαίο. Όλα πάνε ρολόι!»
« Είμαι έτοιμη! Πάμε;» με ρώτησε η Δήμητρα.
« Που θα πάμε;»
« Δεν είπαμε πως θα πάμε να φάμε στους δικούς μου; Χριστούγεννα είναι σήμερα!»
« Α, ναι! Φύγαμε…»
Σηκώθηκα έβαλα το μπουφάν μου και φύγαμε. Άντε και Καλά Χριστούγεννα. Ή μάλλον, καλό Σαββατοκύριακο.
Δαμιανός Λαουνάρος
