Californication: Ένα ταξίδι από τις δραχμές στα ευρώ (και πάλι πίσω)

Ταξίδευα από παιδί.

Με μπαγκάζια ένα σωρό ή μ’ ένα σακίδιο πρόχειρο στην πλάτη. Με γονείς, φίλους, ξένους ή και μόνος. Πόδια, μηχανή, αμάξι, πλοίο, τρένο, αεροπλάνο… Δεν με ενδιέφερε το μέσο. Ούτε ο προορισμός είχε εντέλει τόση σημασία – άργησα, αλλά διαπίστωσα στην πράξη το βαθύτερο νόημα του Αλεξανδρινού.

Πού σταματάει όμως η συνήθεια και πού ξεκινάει η επιλογή;

Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν όντως μου αρέσει να ταξιδεύω ή αν απλά έμαθα να αναπνέω με αυτόν τον τρόπο: εγκλωβισμένος μόνιμα σε ένα «βίτσιο» που με προστάζει κάθε τόσο να διασχίζω ηπείρους, κράτη και ωκεανούς. Δεν ξέρω να απαντήσω με βεβαιότητα. Χωρίς καμία αμφιβολία ωστόσο, γνωρίζω πως μου αρέσει να ταξιδεύω με τον νου.

Σκέψεις, όνειρα και ιδέες με έχουν ταξιδέψει στα πιο απίθανα μέρη του υπαρκτού αλλά και του φανταστικού κόσμου. Η τέχνη συνδράμει πάντα σε αυτά τα ταξίδια. Μια ταινία μπορεί να σε μεταφέρει στον Ισπανικό Εμφύλιο, μια θεατρική παράσταση στην Αναγέννηση, ένας πίνακας στα λιβάδια της Προβηγκίας, ένα βιβλίο στην Belle Epoque, μια μελωδία στις όχθες του Μισισιπή…

Πόσα ταξίδια κάνει εκείνος που παραδίδει τις αισθήσεις του στην τέχνη; Πόσες ζωές ζει; Και το σπουδαιότερο: πόση περιπλάνηση, πόσα συναισθήματα και πόσες αναμνήσεις γεννά η αναζήτηση της τέχνης;

Την περασμένη Κυριακή, ο ουρανός ήταν μουντός και στην ατμόσφαιρα περιπλανιόταν ένα ωχροκίτρινο νέφος αφρικανικής σκόνης. Βρέθηκα από σύμπτωση να πίνω καφέ στο Θησείο και να κοιτάζω την Ακρόπολη. Δεν ήταν ιδανικές οι καιρικές συνθήκες, αλλά η θέα δεν είχε ανάγκη από τέτοιες. Άρχισα να περπατάω στο πλακόστρωτο μονοπάτι ανάμεσα σε πλανόδιους πωλητές και εκστασιασμένους τουρίστες. Σαν υπνωτισμένος, τα βήματά μου με οδήγησαν στο Μοναστηράκι και από εκεί στο δισκοπωλείο του Ζαχαρία στην Ηφαίστου.

Δεν έψαχνα κάτι συγκεκριμένο. Περιπλανιόμουν χωρίς αιτία και επεξεργαζόμουν τα πάντα γύρω μου. Χάζευα εξώφυλλα, εισέπνεα τη μυρωδιά από πολυκαιρισμένο χαρτόνι και τοποθετούσα τα δάχτυλά μου στις αυλακώσεις των βινυλίων, λες και δεν μου αρκούσε να ακούω τη μουσική – ήθελα και να την αγγίζω.

Κάπου σε μια γωνιά το είδα. Στο εξώφυλλό του απεικόνιζε μια πισίνα στην οποία, αντί για νερό, υπήρχαν σύννεφα στις αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος, ενώ από πάνω ο ουρανός είχε το χρώμα και την υφή της θάλασσας. Μια ανεστραμμένη πραγματικότητα, ονόματι Californication, με τη σφραγίδα των Red Hot Chilli Peppers από το μακρινό 1999. Πέρασαν 27 χρόνια από τότε. Αν είναι δυνατόν!

Τι σαδιστικά καλαμπούρια κάνει εις βάρος μας ο χρόνος;

Το θυμάμαι σαν χθες που, λίγο πριν το τέλος της χιλιετίας, μπήκα στο Metropolis του Πειραιά. Ηρώων Πολυτεχνείου και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία. Δεν είχα κλείσει τα δώδεκα, πρώτη γυμνασίου, μαλλί κουρεμένο «καπελάκι» και τα πρώτα σημάδια ακμής να έχουν κάνει την εμφάνισή τους. Δεν είχα την υπομονή να ψάξω. Το MTV και η συχνότητα του Atlantis με είχαν μυήσει ήδη σε τέτοιο βαθμό που δεν υπήρχαν περιθώρια για αμφιβολίες.

Μπήκα κατευθείαν στο ψητό και ρώτησα έναν υπάλληλο πού βρισκόταν το νέο CD των Peppers – τότε, στην απαρχή του ψηφιακού ήχου, αγνοούσα τη ζεστασιά του αναλογικού. Το πήρα στα χέρια μου με έξαψη και πρέπει πλήρωσα ένα ποσό μεταξύ 5.500 και 6.500 δραχμών. Δεν θυμάμαι την ακριβή τιμή, αλλά θυμάμαι πως ήταν περισσότερα από το χαρτζιλίκι όλης της εβδομάδας.

Στο τρόλεϊ της επιστροφής καθόμουν πίσω στη γαλαρία. Είχα σκίσει τη ζελατίνα, είχα βγάλει το εξώφυλλο και προσπαθούσα να αποκρυπτογραφήσω στίχους που ακόμα δεν ήξερα τι σημαίνουν. Δεν κατέβηκα στο σπίτι μου. Θεώρησα πως η πρώτη ακρόαση έπρεπε να γίνει με τα ανάλογα μέσα. Πέρασα από τον ξάδερφό μου που είχε μόλις εγκαταστήσει ένα ολοκαίνουριο ηχοσύστημα: ενισχυτής Yamaha, CD player Marantz και ηχεία Magnat. Δεν είχα γνώσεις από hi-fi, αλλά ήμουν σίγουρος πως ακουγόταν καλύτερα από το δικό μου φορητό Boombox της Sony.

Το ακούσαμε όλο μία φορά σε χαμηλή ένταση και αμέσως μετά άλλη μία στη διαπασών. Έφυγα για το σπίτι μου γνωρίζοντας καλά πως αυτό το άλμπουμ θα με στιγματίσει. Το ένιωθα μέσα μου με τη γλυκόπικρη βεβαιότητα που έχει κάποιος όταν βιώνει κάτι συνταρακτικό.

Τα τραγούδια του με συνόδευσαν παντού: στα πρώτα εφηβικά πάρτι, στα πρώτα ξενύχτια, στο διάβασμα, στις βόλτες. Κόλλησα για χρόνια με το «Otherside». Πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κομμάτι. Ίσως η πένθιμη μελωδία του μπάσου να κούμπωνε με κάποιο θρύψαλο της ψυχής μου∙ ίσως οι στίχοι για τον θάνατο να έδιναν νόημα στη ζωή μου∙ ίσως το εξπρεσιονιστικό ασπρόμαυρο βιντεοκλίπ να ταίριαζε αισθητικά με τον χαρακτήρα μου. Ποιος ξέρει;

Το CD χάθηκε δυστυχώς. Κάποτε, το δάνεισα σε κάποιον που δεν θυμάμαι και δεν μου επιστράφηκε ποτέ. Όταν συνειδητοποίησα την απώλειά του, στεναχωρήθηκα βαθιά -όχι γιατί δεν μπορούσα να το ξανακούσω, αλλά γιατί ένιωσα πως έχασα μια πτυχή του εαυτού μου που δεν ήμουν έτοιμος να αποχωριστώ.

Τώρα όμως, κρατούσα το βινύλιο του ίδιου άλμπουμ 27 χρόνια μετά, λες και έβλεπα σε επανάληψη την ταινία της ζωής μου. Με γκρίζους κροτάφους αντί για ακμή, την εφηβεία μια ανάμνηση που παλεύει να μην ξεθωριάσει, αλλά το πάθος για αναζήτηση αμετάβλητο. Η νοσταλγία, το κάρμα, δεν ξέρω τι με ώθησε, αλλά πήγα στο ταμείο χωρίς δεύτερη σκέψη και πλήρωσα 29.90 ευρώ.

Στο σπίτι, μια βελόνα AudioTechnica ακούμπησε απαλά πάνω στο βινύλιο και άρχισε να περιφέρεται στις αυλακώσεις.  Άκουσα και τους δύο δίσκους, τους έβαλα στο ράφι και συνέχισα τη μέρα μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτα αξιόλογο.

Το επόμενο πρωί όμως, με το που ξύπνησα, έβαλα το «Otherside» και το άκουσα πολλές φορές απανωτά, σαν σε λούπα. Μόλις σταμάτησα την ακρόαση κατέληξα σε μερικά συμπεράσματα:

  • Η αναζήτηση της τέχνης γεννά εξίσου συνταρακτικές συγκινήσεις με την ίδια την τέχνη.
  • Τα ταξίδια που προκύπτουν από αυτήν, επίσης.
  • Τα εισιτήρια ισχύουν για απεριόριστες διαδρομές.
  • Δεν θα δανείσω το άλμπουμ σε κανέναν.

 

 

Δαμιανός Λαουνάρος

Φλεβάρης 2026

 

 

 

share this:

Facebook
Twitter
Scroll to Top