Κατάρες (Απόσπασμα 2)

Συνέχισε να τρέχει. Εγώ ενστικτωδώς, κουνούσα τα πόδια μου σαν βλάκας λες και έκανα σουηδική γυμναστική, προσπαθώντας να πατήσω φρένο από την θέση του συνοδηγού. Σκέφτηκα να της τραβήξω το χειρόφρενο. Από την ταχύτητα που έτρεχε θα γυρνούσε τετ-α-κε το αυτοκίνητο και μπορεί και τούμπα. Σκέφτηκα να της τραβήξω το τιμόνι. Δεν το έκανα γιατί, στην κατάσταση που ήταν, δεν θα το είχε σε τίποτα να μας ρίξει επίτηδες σε καμιά κολώνα. Σκέφτηκα να ανοίξω την πόρτα να πηδήξω απ’ έξω. Το είχα δοκιμάσει πριν όμως, λίγο αφότου είχαμε φύγει από το σπίτι μου, και δεν άνοιγε. Όλα αυτά μαζί, τα σκεφτόμουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Είχα ιδρώσει. Δεν έκανα τίποτα από αυτά. Καθώς έβλεπα να πλησιάζουμε το κόκκινο φανάρι, τράβηξα μπροστά από το στήθος μου τη ζώνη ασφαλείας και την έβαλα στην εσοχή, στα αριστερά μου. Έβγαλα τον αναπτήρα από την τσέπη της ζακέτας μου και άναψα το σαλιωμένο τσιγάρο που είχα το στόμα μου τόση ώρα. Έκλεισα τα μάτια και πήρα μια δυνατή ρουφηξιά και κράτησα τον καπνό μέσα στα πνευμόνια μου. Που ξέρεις! Μπορεί να ήταν και το τελευταίο μου…

Δαμιανός Λαουνάρος

share this:

Facebook
Twitter
Scroll to Top