Πολλές φορές συλλογίστηκα, ότι ίσως να έπρεπε να είχα σηκώσει το τηλέφωνο εκείνο το απόγευμα προς τέρψη δική τους. Να τους έδινα την ευκαιρία να ολοκλήρωναν το πολυπόθητο τους σχέδιο που έμεινε στη μέση. Να στεκόμουν μπροστά τους, παραδομένος στο μένος τους, και να τις άφηνα να μου έσπαγαν πράγματα πετώντας τα πάνω μου. Να τις άφηνα να φώναζαν και να έμπηγαν τα νύχια τους στο δέρμα μου με μανία. Εγώ να μην έβγαζα άχνα και αυτές να με λίντσαραν ακόμα πιο πολύ, βγάζοντας κομμάτια σάρκας από πάνω μου. Το αίμα μου να έτρεχε γάργαρο και εγώ να τις κοίταζα να το πίνουν για να ξεδιψάσουν την οργή τους. Να καθόμουν ακίνητος και να τα δεχόμουν όλα χωρίς καμία αντίσταση. Να τους έκανα το χατίρι να κάψουν επιτέλους τον Ιούδα που θα στεκόταν μπροστά τους. Να σκοτώσουν τον κακό τον λύκο του παραμυθιού. Να λιθοβολήσουν την πόρνη στην πλατεία του χωριού. Αλλά και αυτή η κατάληξη, τώρα που το σκέφτομαι, μόνο ανιδιοτελής δεν θα ήταν. Η δική μου λύτρωση θα ήταν μεγαλύτερη από τη δική τους.
Δαμιανός Λαουνάρος
