Κινηματογράφος αναμνήσεων

Τείνω να πιστέψω όλο και περισσότερο, πως το χειρότερο με την πανδημία, δεν είναι οι εκατομμύρια θάνατοι που σκορπάει ανά τον κόσμο. Πριν αρχίσουν καλά-καλά να με λιθοβολούν για αυτό που λέω, να υπενθυμίσω πως για να πεθάνεις πρέπει πρώτα να έχεις ζήσει! Αν και τώρα που το σκέφτομαι υπήρξα πάντα φανατικός θαυμαστής του αποφθέγματος του Bukowski. «You have to die a few more times before you can really live…» μας λέει και έχει απόλυτο δίκιο ο μπαγάσας! Δεν μπορώ όμως να μην αναγνωρίσω πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο πάρα στιγμές. Στιγμές που θα έρθουν θα περάσουν και μετά θα γίνουν αναμνήσεις. Αναμνήσεις που μας προκαλούν συναισθήματα χαράς, ξεγνοιασιάς, νοσταλγίας αλλά και λύπης και ανείπωτης στεναχώριας πολλές φορές. Αυτές οι αναμνήσεις είναι που πλέκουν το κουβάρι αυτού που αποκαλούμε ζωή. Και η δημιουργία αναμνήσεων, τα τελευταία χρόνια «δολοφονείται» συστηματικά κάτω από την μασκοφορεμένη μύτη μας. Φόβος, μάσκες, εμβόλια, επιδημιολογικά δεδομένα, Pcr-tests, self-tests , rapid-tests, επιστήμονες και καραντίνες… Όλα αυτά μας αποτρέπουν να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε αναμνήσεις, πράγμα που είναι έως ένα μόνο σημείο λογικό, αν σκεφτείς πως η ανθρωπότητα έχει περάσει και πολύ χειρότερες πανδημίες. Δεν θα κάτσω να αναφερθώ στο πως να αντιμετωπίσει ο καθένας τον φόβο του και την πανδημία γιατί δεν με ενδιαφέρει. Θα αναφέρω αυτό που έκανα εγώ για να σκοτώσω την ώρα μου αναλογιζόμενος όλα τα παραπάνω περί αναμνήσεων.

Προσπάθησα λοιπόν τις τελευταίες μέρες να φέρω ευχάριστες αναμνήσεις στη θύμηση μου από την παιδική μου ηλικία. Ήταν η πιο ασφαλής επιλογή! Όλοι άλλωστε έχουμε κάποιες αναμνήσεις από όταν ήμασταν παιδιά που νοσταλγούμε όταν τις φέρνουμε στο νου μας. Εγώ λοιπόν, μια τις παλιότερες αναμνήσεις που θυμάμαι, ήταν που ήμουν μικρό παιδί ακόμα και ο πατέρας μου με κάθισε δίπλα του στον καναπέ για να δούμε τον θρυλικό πράκτορα 007. Δεν πρέπει να ήταν ούτε λίγες μέρες που είχα γραφτεί στο σχολείο και δεν ήξερα να διαβάζω καλά ακόμα. Ο πατέρας μου αναφωνούσε σε όλη τη διάρκεια της ταινίας τους υπότιτλους, οι οποίοι μπροστά τα παιδικά μου μάτια, φαίνονταν να τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα για να προλάβω να τους διαβάσω. Απίστευτη η υπομονή του! Δεν μπορώ να με φανταστώ να το κάνω. Και ακόμα και αν τα κατάφερνα, δεν θα μπορούσα να έχω την ίδια ευχαρίστηση στο βλέμμα που είχε εκείνος όταν μου τους διάβαζε. Φυσικά και δεν κατάλαβα τίποτα από την ταινία. Δεν με ένοιαζε να καταλάβω άλλωστε. Απολάμβανα την προσοχή που μου έδινε ο πατέρας μου και τους μορφασμούς που έκανε κάθε φορά που γινόταν κάποιο συνταρακτικό γεγονός.

Ύστερα ακολούθησαν και άλλες προβολές παρόμοιες αλλά εγώ είχα μάθει να διαβάζω καλύτερα πλέον και δεν χρειαζόταν ο κακομοίρης να παιδεύεται. Είδαμε μαζί όλους τους ηθοποιούς που ενσάρκωσαν τον αξεπέραστο πράκτορα του Ian Fleming. Τον ανυπέρβλητο Sean Connery, τον πνευματώδη Roger Moore, τον τίμιο Timothy Dalton, έως και το όρθιο κούτσουρο George Lazenby. Μου άρεσε πολύ που έβλεπα τον James Bond να μην πεθαίνει ποτέ και να κοροϊδεύει κάθε του εχθρό με όλα αυτά τα gadgets που χρησιμοποιούσε∙ να οδηγεί τα πιο γρήγορα αυτοκίνητα και να μην μπορεί να αντισταθεί στην γοητεία του καμία από όλες αυτές τις όμορφες γυναίκες που γνώριζε. Ο πατέρας μου το διασκέδαζε πιο πολύ από μένα και ας είχε δει τις ταινίες αμέτρητες φορές. Ήταν ο ήρωας του και κατέληξε να γίνει και δικός μου.
Πάντα στο τέλος κάθε ταινίας έκανε και το ίδιο σχόλιο:
« Να δω πότε θα φιλοτιμηθούν να βγάλουν νέα ταινία οι μπαγάσες. Έχουν περάσει τόσα χρόνια από την τελευταία!»
Εγώ δεν απαντούσα κάτι γιατί μου αρκούσε που μπορούσα να βλέπω τις ίδιες ταινίες, μαζί του. Ήταν η κοινή μας συνήθεια και δεν τη βαριόμουν ποτέ.
Ένα μεσημέρι, λίγα χρόνια μετά, αφού τελειώσαμε το φαγητό μας στο τραπέζι, μου έκανε μια δήλωση, αφήνοντας κάτω ξαφνικά την εφημερίδα που διάβαζε:
«Βγήκε καινούρια ταινία James Bond! Αύριο το απόγευμα θα σε πάρω να πάμε να τη δούμε!»
Ο ενθουσιασμός μου ήταν τέτοιος, που τον ζάλισα με ερωτήσεις για να σιγουρευτώ ότι μου έλεγε αλήθεια. Το βράδυ το σκεφτόμουν συνέχεια μέχρι να με πάρει ο ύπνος και φανταζόμουν ποιες θα μπορούσε να ήταν οι νέες περιπέτειες του ήρωα μου. Την επόμενη μέρα στο σχολείο δεν έβλεπα την ώρα να σχολάσω και διατυμπάνιζα στους φίλους μου ότι το απόγευμα θα πήγαινα να δω την καινούρια ταινία του James Bond στο σινεμά με τον μπαμπά μου. Δεν έδειχναν να συμμερίζονται την χαρά μου αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Όταν γύρισα σπίτι και καθίσαμε να φάμε πάλι στο τραπέζι τον ρώτησα εκ νέου αν ίσχυε αυτό που μου είχε υποσχεθεί.
«Και βέβαια! Η ταινία αρχίζει στις 19:00 στον “κινηματογράφο Ζέα”. Στις 18:30 θα είμαστε εκεί να βγάλουμε εισιτήρια.»
“Κινηματογράφος Ζέα”! Τι μαγική φράση που φαινόταν όταν την ψέλλιζα σαν παιδί! Το μόνο που έπρεπε να κάνω, ήταν λίγη υπομονή ακόμα. Προσπάθησα, αλλά μόλις ο πατέρας μου είπε ότι θα υποδυόταν καινούριος ηθοποιός τον αγαπημένο μας πράκτορα, με έκανε να ανυπομονώ ακόμα πιο πολύ. Το μαρτύριο τέλειωσε αν και μου φάνηκε σαν αιώνας, και στις 18:20 ακριβώς, ανεβήκαμε στη μοτοσυκλέτα και ξεκινήσαμε. Είχα ένα χαζοχαρούμενο χαμόγελο στα χείλη καθ’ όλη τη διαδρομή, νιώθοντας γεμάτος ικανοποίηση και λαχτάρα, που θα έβλεπα για πρώτη μου φορά στη μεγάλη οθόνη τον αγαπημένο μου ήρωα.

Φτάσαμε και παρκάραμε απ’ έξω. Παρατήρησα με θαυμασμό την επιγραφή που έγραφε «ΣΙΝΕΜΑ ΖΕΑ» με μεγάλα φωτεινά γράμματα αλλά γρήγορα τράβηξε την προσοχή μου μια αφίσα στην εξώπορτα που έγραφε «JAMES BOND:ΕΠΙΧΕΊΡΗΣΗ ΧΡΥΣΑ ΜΑΤΙΑ». Την πλησίασα και κοίταξα τη φωτογραφία που την συνόδευε. Είδα για πρώτη φορά τον νέο ηθοποιό που θα ενσάρκωνε το είδωλό μου. Τον ενέκρινα αμέσως. Δεν ήταν Sean Connery αλλά είχε κάτι μυστήριο στο βλέμμα του που τον έκανε αυτομάτως πολύ καλύτερο από τον ξύλινο George Lazenby. Το μόνο που έμενε ήταν να τον δω και επί το έργον.
Πήγαμε στα εκδοτήρια και ευτυχώς δεν είχε πάρα πολύ κόσμο. Περιμέναμε λίγα λεπτά, αγοράσαμε δυο εισιτήρια και ύστερα πήγαμε σφαίρα προς το κυλικείο που ήταν εκεί δίπλα για να πάρουμε τα απαραίτητα ποπ κορν και αναψυκτικά.
Μόλις τα πήραμε μπήκαμε στη αίθουσα κατευθείαν χωρίς να χρονοτριβούμε, αν και είχαμε ακόμα λίγα λεπτά μέχρι να ξεκινήσει η προβολή. Η ταξιθέτρια που βρισκόταν εκεί, μας υποδέχτηκε δείχνοντας μας κατά που ήταν οι θέσεις μας. Ο πατέρας με έπιασε από το χέρι, κατέβηκε λίγα σκαλοπάτια και μόλις αναγνώρισε το που βρίσκονταν με έβαλε να κάτσω αναπαυτικά. Παρατηρούσα τα πάντα γύρω μου με περιέργεια και θαυμασμό συνάμα. Το κόσμο που έμπαινε στην αίθουσα, το χαμηλό φωτισμό που έβγαινε από τους προβολείς στο ταβάνι, την τεράστια πάνινη οθόνη μπροστά μου, το βελούδινο ύφασμα του καθίσματος μου, τις κόκκινες μοκέτες στο πάτωμα… Όλα μου φαίνονταν να έχουν μια μαγευτική πολυτέλεια! Η μόνη εμπειρία που είχα έως τότε από κινηματογράφο, ήταν από έναν μικρό θερινό που είχα στη γειτονιά μου. Εκεί καθόσουν σε ξεσκισμένες πάνινες καρέκλες νιώθοντας τα χαλίκια στο έδαφος να είναι έτοιμα να σου τρυπήσουν τα παπούτσια. Σε καμία περίπτωση δεν συγκρινόταν με την αίγλη του “κινηματογράφου Ζέα”. Αισθανόμουν τυχερός και προνομιούχος που βρισκόμουν εκεί. Λες και άνηκα σε μια ελίτ ανθρώπων που γνώριζαν κάτι που οι άλλοι δεν γνωρίζουν.
Ο φωτισμός χαμήλωσε ξαφνικά και μια σιγή άρχισε να απλώνεται σταδιακά στην αίθουσα. Πρώτα αρχίσαν οι ολιγόλεπτες διαφημίσεις από τις ταινίες που θα έβγαιναν προσεχώς. Δεν έδινα καμία σημασία και απλά έτρωγα το ένα ποπ κορν μετά το άλλο νευρικά, περιμένοντας με αγωνία να ξεκινήσει η ταινία. Μόλις τελείωσαν οι διαφημίσεις ακολούθησε μια παύση λίγων δευτερολέπτων. Σταμάτησα να τρώω τα ποπ κορν γιατί ήθελα να μην μου αποσπά τίποτα την προσοχή. Ενστικτωδώς έσφιξα το χέρι του πατέρα μου που καθόταν δίπλα και εκείνος γύρισε το βλέμμα του και με κοίταξε με ένα ζεστό χαμόγελο.
Για τις επόμενες δύο ώρες περίπου παρακολουθούσα εκστασιασμένος τον πράκτορα 007 να προσπαθεί να εμποδίσει μια Ρωσική τρομοκρατική οργάνωση που είχε στα χέρια της ένα μυστικό δορυφορικό όπλο. Τι μαλακίες έβλεπα Θεέ μου! Γνώριζα, αν και μικρός, ότι θα τα καταφέρει στο τέλος αλλά αυτό δεν μείωνε το ενδιαφέρον μου για την ταινία. Απόλαυσα τα πάντα από αυτήν. Τον Pierce Brosnan, τη Ρωσίδα καλλονή του, τις μάχες σώμα με σώμα, ακόμα και τον μοχθηρό φίλο του που τον πρόδωσε στο τέλος.

Πιο πολύ απ’ όλα όμως μπορώ να πω ότι με σημάδεψε αυτή η γαλάζια BMW Z3 κάμπριο που οδηγούσε ο 007 στη ταινία. Δεν ξέρω όμως αν ήταν το αυτοκίνητο καθαυτό που με σημάδεψε ή η εικόνα που είδα και χαράκτηκε τόσο έντονα μέσα στο παιδικό μυαλό μου. Μόλις εμφανίστηκε στη οθόνη να την οδηγεί, σε ένα δρόμο περιστοιχισμένο από καταπράσινα εξωτικά δέντρα κάπου στην Καραϊβική, φορώντας το γυαλί του και έχοντας δίπλα του μια όμορφη γυναίκα, κάτι σκίρτησε μέσα μου. Όντας τόσο μικρός, αδυνατούσα να προσδιορίσω τι είναι αυτό που μου άρεσε ακριβώς. Ήταν το αυτοκίνητο, η γυναίκα, ο ήρωας μου, το εξωτικό τοπίο ή όλα αυτά μαζί; Επομένως όλη αυτή την εικόνα που μου άρεσε-αλλά δεν ήξερα ακριβώς το γιατί-την μετουσίωσα σε στόχο να αποκτήσω κι εγώ κάποια στιγμή αυτό το αυτοκίνητο. Λες και αν τα κατάφερνα, θα έρχονταν πακέτο μαζί και όλα τα υπόλοιπα. Η παιδική μου αφέλεια στο μεγαλείο της!
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να καταφέρω να απομυθοποιήσω αυτή την εικόνα. Του γόη με το ακριβό αυτοκίνητο, τα ατσαλάκωτα ρούχα και την ωραία γυναίκα τρόπαιο, δίπλα του. Μεγάλωσα, ωρίμασα και αλλάξαν τα πρότυπα μου. Η εικόνα αυτή βέβαια, παρέμεινε κρυμμένη στη ψυχή μου ως μια γλυκιά ανάμνηση που πάντα νοσταλγώ. Και μπορεί μεγαλώνοντας να σταμάτησα να βλέπω τις ταινίες του James Bond με τον ίδιο ζήλο αλλά πάντα συμμεριζόμουν και απολάμβανα το πάθος του πατέρα μου για αυτές.

Κάπου εδώ πρέπει να αναφέρω, πως ένα χρόνο πριν, είχα προγραμματίσει να του κάνω έκπληξη, αγοράζοντας του δύο εισιτήρια για να πάμε να δούμε μαζί τη νέα ταινία James Bond που θα έβγαινε στους κινηματογράφους. Η πανδημία όμως, μου χάλασε τα σχέδια και η ταινία δεν προβλήθηκε σε κανένα κινηματογράφο ανά τον κόσμο παίρνοντας αναβολή. Και μήτε ήξερε κανείς αν θα προβληθεί ποτέ. Εν τέλει, τα επιδημιολογικά δεδομένα επέτρεψαν να προβληθεί η ταινία σχεδόν με ένα χρόνο καθυστέρηση από τότε που ήταν προγραμματισμένη η πρεμιέρα της. Δεν έχασα χρόνο και πήγα και έκλεισα εισιτήρια γρήγορα, φοβούμενος μην αλλάξει κάτι πάλι την τελευταία στιγμή. Ύστερα έκανα μια ξαφνική επίσκεψη στον πατέρα μου για να του ανακοινώσω τα νέα. Η χαρά του ήταν τέτοια που ένιωσα σαν να έβλεπα τον οκτάχρονο εαυτό μου, στο σώμα του ηλικιωμένου πατέρα μου. Σαν εχθές μου φαίνεται που λαχταρούσα να πάω στον κινηματογράφο και τον ζάλιζα με ερωτήσεις και τον είχα μπροστά μου να μου κάνει ακριβώς τα ίδια! Πως αλλάζουν οι καιροί αλήθεια! Πόσο γλυκό αλλά και συνάμα περίεργο είναι όταν το βιώνεις αυτό! Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί και δεν είχα άλλη επιλογή από το να το αποδεχτώ. Και αυτό έκανα. Πήγα και τον πήρα με το μηχανάκι μου, του αγόρασα ποπ κορν και αναψυκτικό και τον έβαλα να καθίσει στη θέση του. Κάθε τόσο μάλιστα, κατά τη διάρκεια της ταινίας, τον ρωτούσα αν του άρεσε ή αν χρειαζόταν κάτι. Είχα γίνει ο πατέρας του πατέρα μου. Δεν με ένοιαζε η αλήθεια είναι. Ούτε με ένοιαζε να δω τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων. Βασικά δεν με ένοιαζε να έβλεπα το οτιδήποτε. Απλά χαιρόμουν που βρισκόμουν εκεί.

Η ευτυχία πολλές φορές κρύβεται σε τόσο απλά καθημερινά πράγματα, που στις μέρες μας θεωρούνται απαγορευτικά. Και αν δεν είναι απαγορευτικά, πολλές φορές φορές δεν τους δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Το μόνο «καλό» που έφερε όλη αυτή τη κατάσταση ήταν να αναθεωρήσουμε την άποψη μας για το τι έχει σημασία και τι όχι. Και εγώ αναθεώρησα και συνεχίζω να αναθεωρώ ακόμα. Συνειδητοποίησα πως με αφορμή μια απλή ταινία, σε ένα κινηματογράφο του Πειραιά πριν είκοσι επτά χρόνια, δημιουργήθηκε μια όμορφη ανάμνηση που με συντρόφευε τόσο καιρό. Αναγνώρισα με συγκίνηση, την επιθυμία μου να δημιουργήσω μια καινούρια ανάμνηση που θα την κρατήσω μέσα μου για ακόμα περισσότερα χρόνια πριν να είναι πολύ αργά… Και το κατάφερα! Καλά δεν λέω;

 

Δαμιανός Λαουνάρος

share this:

Facebook
Twitter
Scroll to Top