Με μια αργή κίνηση που εξέπεμπε σιγουριά, έβγαλε ένα στραπατσαρισμένο Camel από
το πέτο και το έφερε στα χείλη. Το άναψε και άφησε τον εαυτό του να βυθιστεί στη
σιωπή, σαν να ήθελε να συγκροτήσει τη σκέψη του πριν μιλήσει. Ο συνομιλητής του
τον παρακολουθούσε με έκδηλη απορία, αδημονώντας να βγουν τα λόγια από το στόμα
του. Έξυσε την κορυφή του κεφαλιού του και έσπευσε να σουλουπώσει μια τούφα
μαλλιών που πεταγόταν ανέμελα.
– Όλα υπόκεινται σε μια ατέρμονη διαδικασία αξιολόγησης, είπε, σπάζοντας τη σιγή
που επικρατούσε. Από τη στιγμή που ανοίγεις για πρώτη φορά τα μάτια σου, δίνεις
διαγωνίσματα και βαθμολογείσαι μέχρι να τα κλείσεις μια για πάντα.
– Κάτσε, σε έχασα… Τι εννοείς;
Άφησε ένα σύννεφο καπνού να ξεγλιστρήσει από τα χείλη του και χαμογέλασε
υπαινικτικά.
– Αν το σκεφτείς λίγο, θα καταλάβεις. Ως παιδί, οι γονείς αξιολογούν τη συμπεριφορά
σου και σε ανταμείβουν αναλόγως. Στο σχολείο, οι δάσκαλοι βαθμολογούν τις
επιδόσεις σου, αλλά και τη διαγωγή σου, κάθε τρίμηνο. Το ίδιο και στο πανεπιστήμιο.
Μετά πας στρατό – εκεί να δεις βαθμούς και αξιολογήσεις στα πιο ηλίθια τεστ που
μπορείς να φανταστείς. Έπειτα βγαίνεις στην αγορά εργασίας. Εκεί μετράνε τα πάντα:
η δουλειά σου, ο τρόπος σκέψης σου, το πώς μιλάς, το πώς ντύνεσαι… Όλα παίζουν
τον ρόλο τους στη βαθμολογία που μεταφράζεται σε μηνιαίο ποσό στον λογαριασμό
σου.
– Πόσο δίκιο έχεις… Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι, είπε εκστασιασμένος.
– Και η αξιολόγηση δεν σταματά εκεί. Στη σύγχρονη εποχή γίνεται μέρος της
καθημερινότητας ακόμα και εν αγνοία σου. Κοιμάσαι και ένα ρολόι στον καρπό σου
βαθμολογεί την ποιότητα του ύπνου σου. Γυμνάζεσαι και μια οθόνη κρίνει την άσκησή
σου∙ μια άλλη καταμετρά τις θερμίδες που καταναλώνεις… Και πάει λέγοντας.
– Πολύ εύστοχη παρατήρηση, επεσήμανε εκείνος. Αν και δεν θεωρώ πως ισχύει για
όλες τις περιπτώσεις… Πιστεύω πως κάποια πράγματα στη ζωή είναι ανεκτίμητα.
Όπως το έλεγε και η διαφήμιση της Mastercard.
Φόρεσε ένα φειδωλό χαμόγελο, σαν να επιζητούσε μια επικρότηση που δεν ήρθε ποτέ.
– Καταλαβαίνω τι υπαινίσσεσαι. Ωστόσο, επειδή έχουμε ήδη ξεκινήσει να αξιολογούμε
και πράγματα στα οποία η ίδια η αξιολόγηση εναντιώνεται στη φύση τους, δεν είμαι
αισιόδοξος για το μέλλον.
– Δηλαδή;
– Πάρε το παράδειγμα των πνευματικών έργων. Ποιος είναι, κυριολεκτικά, αρμόδιος
να αξιολογήσει ένα «έργο του πνεύματος»; Πώς μπορείς να ποσοτικοποιήσεις το
πνεύμα; Να το μετρήσεις, να το βαθμολογήσεις; Δεν μπορείς. Είναι σαν την αγάπη.
Δεν γίνεται να αγαπήσεις λίγο ή πολύ – ή αγαπάς ή δεν αγαπάς. Το ίδιο και με τον
θάνατο. Δεν νομίζω πως έχεις γνωρίσει κάποιον που κατόρθωσε να πεθάνει «στον
ελάχιστο βαθμό»…
Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, σαν να ζύγιζε τα λόγια του.
– Κι όμως, αγνοούμε το παράδοξο του εγχειρήματος και γινόμαστε όλοι – ο καθένας
ξεχωριστά – κριτικοί πνευματικών έργων. Βαθμολογούμε βιβλία, κρίνουμε θεατρικά
έργα και ταινίες, αξιολογούμε πίνακες, τραγούδια και γλυπτά… Κάποια τα εξυμνούμε
και κάποια τα χαντακώνουμε. Η τέχνη, όμως, δεν υπακούει σε αντικειμενικά κριτήρια
μιας βαθμονομημένης κλίμακας. Κάθε έργο συναντά διαφορετικά τον παρατηρητή,
συνομιλεί με τις εμπειρίες και την προσωπικότητά του. Εμείς ωστόσο, επιμένουμε να
τα στριμώχνουμε όλα σε αριθμούς και συγκρίσεις και να προσαρμόζουμε τις
προτιμήσεις μας μέσα από τις αέναες συγκρίσεις του όχλου. Τα πάντα γίνονται ένας
διαγωνισμός. Έτσι καταλήγουμε να αδιαφορούμε για τη ζωοποιό δύναμη της τέχνης.
Δημιουργούμε έργα για να γίνουν αρεστά – όχι για να εκφράσουμε τον εσωτερικό μας
κόσμο.
– Έτσι όπως το θέτεις, ακούγεται σαν να είμαστε έρμαια μιας εσωτερικής ανάγκης για
διάκριση…
– Έτσι ακριβώς! Μόνο που, στην πραγματικότητα, κανείς μας δεν διακρίνεται.
– Μα πώς; Τόσα λαμπρά παραδείγματα υπάρχουν γύρω μας.
– Υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Όταν όμως δημιουργούνται ολόκληρες γενιές
που στο σχολείο γίνονται βαθμοθήρες αδιαφορώντας για την ουσιαστική γνώση, στη
δουλειά κυνηγούν χρήματα αδιαφορώντας αν προσφέρουν έργο, στην επιστήμη κάνουν
ανακαλύψεις αναζητώντας το κέρδος και στην τέχνη την αποδοχή, τότε για τι είδους
διάκριση μιλάμε;
– Ενδιαφέρουσα άποψη… Ίσως τελικά να λατρεύουμε την ιδέα της διάκρισης
περισσότερο από την ίδια τη διάκριση.
– Ίσως… Ή απλούστατα, έχουμε ξεχάσει πώς είναι να ζεις χωρίς να σε μετράνε.
Σήκωσε αργά το βλέμμα του, σαν να κοίταζε κάτι μακρινό, κι έπειτα τράβηξε μια
τελευταία ρουφηξιά. Το τσιγάρο είχε σχεδόν τελειώσει.
– Ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα; είπε χαμηλόφωνα. Δεν μας αρκεί πια να υπάρχουμε.
Πρέπει και να αποδεικνύουμε συνεχώς ότι αξίζουμε να υπάρχουμε. Και κάπου εκεί,
ανάμεσα στους βαθμούς και στις συγκρίσεις, ξεχνάμε να ζήσουμε.
Άφησε τη στάχτη να πέσει στο πάτωμα και πάτησε το τσιγάρο με αργή, σχεδόν
τελετουργική κίνηση.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν μεγάλη, αλλά δεν ζητούσε απάντηση.
Δαμιανός Λαουνάρος
