Πριν από λίγους μήνες, στο κάλεσμα ενός γνωστού ειδησεογραφικού οργανισμού για ένα “φιλόδοξο” εγχείρημα, η λίστα συμπληρώθηκε από 99 καταξιωμένους συγγραφείς και… εμένα.
Η αποστολή; Να επιλέξουμε, κατά την προσωπική μας άποψη, το κορυφαίο ξενόγλωσσο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον 21ο αιώνα. Σκοπός της διαδικασίας ήταν να καταγραφούν οι λογοτεχνικές προτιμήσεις σύγχρονων δημιουργών και να αναδειχθεί το έργο που θεωρήθηκε πιο αντιπροσωπευτικό ανάμεσα σε όλα όσα μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν στη χώρα μας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας εκατονταετίας.
Τα αποτελέσματα είχαν ενδιαφέρον. Συνολικά επιλέχθηκαν 81 διαφορετικοί τίτλοι. Έξι βιβλία συγκέντρωσαν από δύο ψήφους, τρία συγκέντρωσαν από τρεις, ενώ ένα ξεχώρισε από όλα τα υπόλοιπα, συγκεντρώνοντας επτά ψήφους.
Το τι επέλεξα εγώ δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εδώ – θα πω μόνο πως βρέθηκε ανάμεσα σε εκείνα που συγκέντρωσαν τρεις ψήφους. Ως αναγνώστης όμως, περισσότερο απ’ ό,τι ως συγγραφέας, ένιωσα την περιέργεια να περιπλανηθώ στις σελίδες του βιβλίου που επικράτησε σε αυτόν τον πρόωρο και άτυπο διαγωνισμό: το 2666 του Χιλιανού συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Λίγο καιρό αργότερα το εντόπισα στο υπόγειο της Πολιτείας, στην Ασκληπιού. Το μέγεθός του από μόνο του αποτελούσε πρόκληση: 1166 πυκνογραμμένες σελίδες. Είκοσι τρεις ημέρες μετά, είχα ολοκληρώσει την ανάγνωση με ανάμεικτα συναισθήματα και αρκετά ερωτήματα.
Το βιβλίο αποτελείται από πέντε μέρη. Στην εισαγωγική σημείωση πληροφορούμαστε ότι η επιθυμία του ετοιμοθάνατου Μπολάνιο ήταν να εκδοθούν ξεχωριστά, ώστε να εξασφαλιστεί η οικονομική ευημερία των κληρονόμων του. Οι ίδιοι τελικά αποφάσισαν να τα δημοσιεύσουν ως ενιαίο έργο.
Η πρόθεση αυτή μπορεί να ήταν ανθρώπινη και κατανοητή, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, είχε και ένα λογοτεχνικό κόστος. Ο συγγραφέας καταφεύγει συχνά σε εκτενείς παρεκβάσεις, αναλύοντας πρόσωπα και ιστορίες που δεν συνδέονται άμεσα με την κεντρική αφήγηση.
Η τεχνική αυτή φυσικά δεν είναι πρωτότυπη. Πολλοί μεγάλοι συγγραφείς την αξιοποίησαν για να διευρύνουν το σύμπαν των έργων τους ή για να φωτίσουν ακόμη και τον πιο δευτερεύοντα χαρακτήρα – βλέπε Ντοστογιέφσκι. Στην περίπτωση όμως του 2666 συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι οι χαρακτήρες δεν αποκτούν ποτέ πραγματικό ψυχολογικό βάθος, ούτε φαίνεται να υπήρξε πάντοτε σαφής πρόθεση προς αυτή την κατεύθυνση.
Από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου, οι προτάσεις που διαβάζεις μοιάζουν να έχουν βγει από την πένα κάποιου που ψυχοθεραπεύεται δια της γραφής. Από κάποιον άφησε τον εαυτό του τελείως ελεύθερο και αχαλίνωτο να τον οδηγήσει σε οποιαδήποτε μονοπάτια αποφασίσει η Μούσα. Πόσο «ρομαντική» προσέγγιση για την συγγραφή, η αλήθεια είναι! Συγγραφή για την τέρψη του δημιουργού της και μόνο, χωρίς ματαιόδοξες υστεροβουλίες. Όταν όμως οι αφηγηματικές διαδρομές αρχίζουν να απομακρύνονται η μία από την άλλη, δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο όλες υπηρετούν τελικά το ίδιο έργο.
Το πρώτο μέρος, «Οι κριτικοί», πέτυχε τον σκοπό του: πλέκει τον μύθο γύρω από τον μυστηριώδη συγγραφέα Αρτσιμπόλντι και καλλιεργεί την επιθυμία να τον αναζητήσεις μέσα στις επόμενες σελίδες.
Από το δεύτερο μέρος και μετά, όμως, η αφήγηση αρχίζει να απομακρύνεται από αυτό το αρχικό νήμα. Οι πρωταγωνιστές αλλάζουν, ο κεντρικός χαρακτήρας απουσιάζει, και μόνο ο τόπος όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα παραμένει κοινός: μια πόλη στο Μεξικό όπου μια σειρά ανεξιχνίαστων γυναικοκτονιών στοιχειώνει την καθημερινότητα.
Οι φόνοι αυτοί κυριαρχούν σχεδόν ολοκληρωτικά στα επόμενα δύο μέρη του βιβλίου. Η ατμόσφαιρα αβεβαιότητας, φτώχειας και βίας μεταφέρεται με εντυπωσιακή φυσικότητα από τον Μπολάνιο – σε σημείο που σχεδόν αισθάνεσαι πως έχεις βρεθεί κι εσύ κάποτε σε εκείνον τον τόπο. Ωστόσο η εκτενής, σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή εγκλημάτων για εκατοντάδες σελίδες δοκιμάζει την αντοχή σου.
Όταν τελικά φτάνεις στο πέμπτο μέρος, που φέρει το όνομα «Αρτσιμπόλντι», γεννιούνται αναπόφευκτα προσδοκίες: ίσως τώρα τα διάσπαρτα νήματα της αφήγησης να ενωθούν. Ήταν το μέρος που απόλαυσα περισσότερο. Η αφήγηση αποκτά καλύτερη ροή και τοποθετείται σε μια περίοδο – τον Μεσοπόλεμο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – που προσφέρει πάντα γόνιμο έδαφος για βαθύτερες ιστορίες.
Είμαι από εκείνους τους αναγνώστες που αφήνουν βαθιά χνάρια στα βιβλία τους: υπογραμμίζω φράσεις, κρατώ σημειώσεις, τσακίζω σελίδες. Στο τελευταίο μέρος του 2666 το έκανα συχνότερα από οπουδήποτε αλλού.
Ήταν όμως αυτό αρκετό; Δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό «ολοκληρωτικό(total) έργο του αιώνα» που συχνά συνοδεύει το βιβλίο;
Κατά τη γνώμη μου, όχι.
Πρόκειται αναμφίβολα για ένα φιλόδοξο έργο, που όμως θα μπορούσε να είναι σημαντικά πιο συμπυκνωμένο χωρίς να χάσει τη δύναμή του. Όχι επειδή το μέγεθος από μόνο του αποτελεί πρόβλημα, αλλά επειδή όσα πραγματικά ξεχωρίζουν μέσα του θα μπορούσαν να χωρέσουν σε πολύ λιγότερες σελίδες. Αν το βιβλίο ήταν πιο συμπαγές, πιθανότατα θα του έδινα υψηλότερη βαθμολογία στο Goodreads. Ακόμη κι έτσι όμως, δύσκολα θα το επέλεγα ως το κορυφαίο μυθιστόρημα του 21ου αιώνα.
Η διάσταση απόψεων που παρατηρείται μεταξύ προσωπικής κρίσης και της επικρατούσας κοινής γνώμης αναδεικνύει ένα ζήτημα που με απασχολεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι απόψεις ενός ευρέος συνόλου, είτε θετικές είτε αρνητικές, έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν τις ατομικές μας προτιμήσεις. Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν, όταν εκφράζουμε την άποψή μας για το αν μας αρέσει ή όχι ένα έργο, αυτή η δήλωση αποτελεί προϊόν δικής μας συνειδητής επιλογής ή αν έχει επηρεαστεί, εν αγνοία μας ίσως, από τον κοινωνικό περίγυρο.
Η κουλτούρα μέσα στην οποία ζούμε, μας έχει συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ως μια διαρκή διαδικασία σύγκρισης. Αναζητούμε τον καλύτερο και τον χειρότερο, τον νικητή και τον ηττημένο. Στον αθλητισμό αυτό έχει προφανές νόημα – η νίκη είναι μέρος/σκοπός του ίδιου του παιχνιδιού.
Στην τέχνη όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ποιος μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του απόλυτα αρμόδιο να κρίνει ένα πνευματικό έργο; Η τέχνη δεν υπακούει σε αντικειμενικά κριτήρια νίκης ή ήττας. Κάθε έργο συναντά διαφορετικά τον κάθε αναγνώστη, συνομιλεί με τις εμπειρίες και την προσωπικότητά του.
Αν δεχτούμε ότι η προσωπική κρίση αποτελεί δικαίωμα του καθενός, τότε προκύπτει ένα ακόμη ερώτημα: πόσο βέβαιοι μπορούμε να είμαστε ότι οι προτιμήσεις μας είναι πραγματικά δικές μας;
Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη παραδείγματα που δείχνουν πόσο σχετική μπορεί να είναι η «κοινή γνώμη». Ο Van Gogh πούλησε μόλις έναν πίνακα όσο ζούσε. Οι πρώτοι πίνακες του Monet αντιμετωπίστηκαν από κάποιους κριτικούς ως πρόχειρα προσχέδια(impressions). Όταν κυκλοφόρησε το Μόμπι Ντικ, χαρακτηρίστηκε από έναν σχολιαστή «ένα ακατανόητο μείγμα λογικής και τρέλας». Πολλά από τα έργα που σήμερα διδάσκονται στα σχολεία κάποτε καίγονταν στην πυρά ή κυκλοφορούσαν κρυφά κάτω από τον πάγκο των βιβλιοπωλείων.
Όλα αυτά με κάνουν να αντιμετωπίζω με κάποια επιφύλαξη τις συλλογικές κρίσεις -είτε είναι διθυραμβικές είτε καταδικαστικές. Προσπαθώ, στο μέτρο του εφικτού, να βεβαιώνομαι ότι η δική μου γνώμη προκύπτει από την προσωπική μου εμπειρία ως αναγνώστη.
Η στάση αυτή ίσως ξενίζει ορισμένους καθώς οδηγεί συχνά σε μετριοπαθή συμπεράσματα: σπάνια εξυψώνω κάτι απόλυτα, αλλά και δύσκολα το απορρίπτω ολοκληρωτικά. Μοιάζει λες καταδικάζω αυτοβούλως τον εαυτό μου να βλέπω τα πάντα μέσα από ένα γκρι φίλτρο.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το γκρι αισθάνομαι πιο γαλήνιος από ποτέ.
Γιατί προτιμώ ένα γκρι που είμαι βέβαιος ότι είναι δικό μου, παρά μια παλέτα από χρώματα που δεν είναι.
Δαμιανός Λαουνάρος
Μάρτιος 2026
